
Είναι οι καρχαρίες και τα σαλάχια τα «δελφίνια και φάλαινες της εποχής μας»;
Κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, οι καρχαρίες και τα σαλάχια θεωρούνταν κυρίως αλιευτικοί πόροι, όπως πολλά είδη ψαριών. Σήμερα, όμως, η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο αυτά τα ζώα ως αναντικατάστατα στοιχεία της θαλάσσιας ζωής, με κρίσιμο οικολογικό ρόλο για την υγεία του ωκεανού. Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, αυξάνονται συνεχώς οι διεθνείς πρωτοβουλίες προστασίας τους, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό το παράδειγμα που εφαρμόστηκε για τα δελφίνια και τις φάλαινες, όπου η αυστηρή προστασία τους οδήγησε σταδιακά σε σημαντική αλλαγή της αντίληψης μας για αυτά και της διεθνούς νομοθεσίας.
Η αλλαγή αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Οι καρχαρίες και τα χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς ανάπτυξης και αναπαραγωγής, κάτι που τα καθιστά εξαιρετικά ευάλωτα στην υπεραλίευση. Πολλά είδη γεννούν λίγα μικρά, φτάνουν αργά σε ηλικία αναπαραγωγής κι έχουν μεγάλους κύκλους ζωής, χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν περισσότερο με εκείνα των δελφινιών και των φαλαινών παρά με τα περισσότερα εμπορικά ψάρια. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μικρή αύξηση της θνησιμότητας μπορεί να οδηγήσει σε ταχεία κατάρρευση των πληθυσμών τους, ενώ η ανάκαμψή τους απαιτεί δεκαετίες.
Σήμερα, περίπου το 37% των ειδών καρχαριών, σαλαχιών και χιμαιρών παγκοσμίως απειλείται με εξαφάνιση σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN), κυρίως λόγω της υπεραλίευσης. Η Μεσόγειος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα hotspot εξαφάνισης παγκοσμίως, με περίπου τα μισά είδη να θεωρούνται απειλούμενα λόγω της παρεμπίπτουσας αλίευσης τους. Η εικόνα στην Ελλάδα είναι επίσης ιδιαίτερα ανησυχητική: το 68% των ειδών καρχαριών και το 48% των ειδών σαλαχιών αντιμετωπίζουν κίνδυνο εξαφάνισης.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα τελευταία χρόνια ενισχύεται συνεχώς η διεθνής νομοθεσία προστασίας τους. Όλο και περισσότερα είδη εντάσσονται στις συμβάσεις CITES για το διεθνές εμπόριο απειλούμενων ειδών και CMS για τη διατήρηση μεταναστευτικών ειδών, ενώ αυξάνονται οι περιορισμοί στην αλιεία, διακίνηση και εμπορία προϊόντων που προέρχονται από καρχαρίες και σαλάχια. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει αυστηρότερα μέτρα διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων απαγορεύσεων για ορισμένα απειλούμενα είδη, υποχρεώσεων εκφόρτωσης ολόκληρου του σώματος των καρχαριών και περιορισμών στην εμπορία πτερυγίων. Είναι πλέον σαφές ότι η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει ότι πολλά από αυτά τα είδη δεν μπορούν να αντέξουν τη σημερινή πίεση εκμετάλλευσης.
Στην Ελλάδα, η πλήρης προστασία όλων των ειδών καρχαριών και σαλαχιών δεν φαίνεται να δημιουργεί σοβαρές κοινωνικές ή οικονομικές επιπτώσεις στις αλιευτικές κοινότητες, καθώς δεν υπάρχει αλιευτική δραστηριότητα που να βασίζεται ουσιαστικά στη συστηματική εκμετάλλευσή τους. Οι περισσότερες αλιεύσεις είναι παρεμπίπτουσες κι όχι στοχευμένες. Ωστόσο, υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας, ιδιαίτερα ως προς την αναγνώριση των ειδών, τους ελέγχους και την αποτελεσματική παρακολούθηση των εκφορτώσεων. Παρ’ όλα αυτά, σε πολλές περιπτώσεις οι ίδιοι οι αλιείς δείχνουν διάθεση να συμβάλουν ενεργά στην προστασία τους, π.χ. οι αλιείς στην Πλάκα της Λήμνου με τους Αγγελοκαρχαρίες (Ρίνες) είδος ιδιαίτερα απειλούμενο και προσταστευόμενο, αναγνωρίζοντας ότι η διατήρηση υγιών θαλασσών αποτελεί προϋπόθεση και για το μέλλον της ίδιας της αλιείας.
Η κατάσταση, βέβαια, δεν είναι ίδια σε όλες τις περιοχές του κόσμου. Σε αρκετές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, οι καρχαρίες και τα σαλάχια εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πηγή τροφής και εισοδήματος, συνδεδεμένη άμεσα με την επισιτιστική ασφάλεια εκατομμυρίων ανθρώπων. Για το λόγο αυτόν, η συζήτηση γύρω από την προστασία τους δεν μπορεί να αγνοεί τις κοινωνικές και οικονομικές πραγματικότητες. Η λύση δεν βρίσκεται απαραίτητα σε οριζόντιες απαγορεύσεις χωρίς σχέδιο, αλλά σε μέτρα διαχείρισης που θα επιτρέψουν τη μακροπρόθεσμη επιβίωση των ειδών και ταυτόχρονα τη διατήρηση των τοπικών κοινωνιών που εξαρτώνται από αυτά.
Αν δεν ληφθούν όμως μέτρα σήμερα, τι θα απομείνει αύριο; Καθώς οι καρχαρίες και τα σαλάχια αποτελούν σε πολλές περιπτώσεις κορυφαίους θηρευτές και ρυθμιστές των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, η απώλειά τους μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις που επηρεάζουν συνολικά τη λειτουργία των θαλασσών και τελικά και τους ίδιους τους αλιευτικούς πόρους. Η συνέχιση της παγκόσμιας εκμετάλλευσης με τους σημερινούς ρυθμούς οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξαφάνιση ολοένα περισσότερων ειδών. Ήδη ορισμένοι πληθυσμοί έχουν καταρρεύσει, ενώ αρκετά είδη σπανίζουν πλέον σε περιοχές όπου παλαιότερα ήταν κοινά.
Η συζήτηση όμως δεν μπορεί να αφορά μόνο την οικονομία ή τη διαχείριση των φυσικών πόρων. Αφορά επίσης την αυταξία αυτών των ειδών και την ευθύνη μας απέναντι στις επόμενες γενιές. Οι καρχαρίες και τα σαλάχια αποτελούν μέρος του φυσικού μας κεφαλαίου και της φυσικής κληρονομιάς μας. Η διατήρησή τους δεν είναι απλώς ζήτημα περιβαλλοντικής πολιτικής, αλλά και πολιτισμού, ηθικής και διαγενεακής ευθύνης.
Σήμερα φαίνεται πως όλα τα παραπάνω γίνονται ολοένα και περισσότερο κατανοητά από τη διεθνή κοινότητα και κυρίως τα κράτη. Η τάση κινείται σαφώς προς την κατεύθυνση της ευρύτερης προστασίας των καρχαριών και σαλαχιών, ακολουθώντας το παράδειγμα των θαλάσσιων θηλαστικών. Η πρόκληση είναι μεγάλη, καθώς πρόκειται για εκατοντάδες είδη που αλληλεπιδρούν καθημερινά με την αλιεία κι έχουν πολύπλοκους βιολογικούς κύκλους. Ωστόσο, η εμπειρία από την προστασία των δελφινιών και των φαλαινών δείχνει ότι όταν υπάρχει πολιτική βούληση, κοινωνική αποδοχή και διεθνής συνεργασία, τα αποτελέσματα μπορούν να είναι ουσιαστικά μακροπρόθεσμα.
Άθρο του Ιωάννη Γιώβου για ΤΑ ΝΕΑ στο ένθετο ΑΦΙΕΡΩΜΑ:ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

